Gregory K. Dow, Governing the Firm: Workers’ Control in Theory and Practice, Cambridge: Cambridge University Press, 2003, 343 σελ. ISBN: 978-0-521-81853-7 (σκληρόδετο)· 978-0-521-52221-2 (χαρτόδετο).
Το βιβλίο του Gregory K. Dow, Governing the Firm: Workers’ Control in Theory and Practice, είναι μια εκτενής θεωρητική και εμπειρική μελέτη που επιχειρεί να εξηγήσει γιατί οι επιχειρήσεις υπό εργατικό έλεγχο είναι τόσο σπάνιες σε σύγκριση με τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Ο Dow ξεκινά από ένα απλό αλλά θεμελιώδες ερώτημα: εάν τα μοντέλα στα οποία οι εργαζόμενοι ασκούν δημοκρατικό έλεγχο στην επιχείρηση είναι βιώσιμα και, από ορισμένες απόψεις, πλεονεκτικά, γιατί στις σύγχρονες οικονομίες ο τελικός έλεγχος παραμένει συνήθως στα χέρια των ιδιοκτητών του κεφαλαίου; Αντιμετωπίζει το ζήτημα αυτό όχι μόνο ως ερώτημα σχετικά με τη σπανιότητα του εργατικού ελέγχου, αλλά και ως ερώτημα σχετικά με το γιατί εξακολουθεί να κυριαρχεί η καπιταλιστική μορφή επιχείρησης.
Μία από τις σημαντικές συμβολές του βιβλίου είναι η διάκριση μεταξύ ιδιοκτησίας και ελέγχου. Σύμφωνα με τον Dow, το ποιος κατέχει τα φυσικά περιουσιακά στοιχεία μιας επιχείρησης δεν ταυτίζεται με το ποιος διαθέτει την τελική εξουσία λήψης αποφάσεων στο εσωτερικό της. Σε μια καπιταλιστική επιχείρηση, το διοικητικό συμβούλιο επιλέγεται από τους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου και τα διευθυντικά στελέχη ελέγχονται μέσω αυτής της δομής· σε μια επιχείρηση υπό εργατικό έλεγχο, αντίθετα, τα όργανα διοίκησης επιλέγονται από το εργατικό δυναμικό και λογοδοτούν στους εργαζομένους. Επομένως, η συμμετοχή των εργαζομένων σε διάφορες επιτροπές ή η περιορισμένη επιρροή τους στη διοίκηση δεν συνιστά από μόνη της εργατικό έλεγχο· καθοριστικό είναι ποιος διαθέτει την τελική εξουσία ελέγχου πάνω στις θεμελιώδεις αποφάσεις της επιχείρησης.
Εξηγώντας τα εμπόδια στη διάδοση του εργατικού ελέγχου, ο Dow επικεντρώνεται ιδιαίτερα στη δομική ασυμμετρία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ενώ το κεφάλαιο μπορεί να μεταβιβαστεί από ένα πρόσωπο σε άλλο, η εργασία δεν μπορεί να διαχωριστεί από το πρόσωπο που την παρέχει. Η διαφορά αυτή μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα για τις επιχειρήσεις υπό εργατικό έλεγχο όσον αφορά την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, την προσέλκυση εξωτερικών επενδύσεων, τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων συμμετοχής και ελέγχου και τη συλλογική λήψη αποφάσεων. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Dow, τα επιχειρήματα που αποδίδουν τη σπανιότητα των επιχειρήσεων υπό εργατικό έλεγχο απλώς στην υποτιθέμενη έλλειψη επαρκών κινήτρων για τους εργαζομένους είναι ανεπαρκή· οι χρηματοδοτικοί περιορισμοί και τα προβλήματα συλλογικής επιλογής προσφέρουν ισχυρότερες εξηγήσεις.
Το βιβλίο εξετάζει επίσης συγκριτικά διαφορετικές εμπειρίες εργατικού ελέγχου. Οι συνεταιρισμοί παραγωγής κόντρα πλακέ στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι συνεταιρισμοί του Mondragón, το σύστημα της Lega στην Ιταλία, τα προγράμματα συμμετοχής των εργαζομένων στο μετοχικό κεφάλαιο (ESOP) στις Ηνωμένες Πολιτείες και το γερμανικό σύστημα συναπόφασης (codetermination) εξετάζονται ως προς τη χρηματοδότηση, τη διακυβέρνηση, τη συμμετοχή των μελών, τη διανομή του εισοδήματος, το νομικό πλαίσιο και την πραγματική εξουσία λήψης αποφάσεων των εργαζομένων. Έτσι, ο Dow δεν περιορίζει τον εργατικό έλεγχο σε ένα ενιαίο οργανωτικό μοντέλο, αλλά εξετάζει μέσα στο ίδιο αναλυτικό πλαίσιο διαφορετικές μορφές, από τον πλήρη εργατικό έλεγχο έως πιο περιορισμένες μορφές συμμετοχής.
Ένα από τα αξιοσημείωτα συμπεράσματα του βιβλίου είναι ότι το βασικό πρόβλημα των επιχειρήσεων υπό εργατικό έλεγχο δεν είναι κατ’ ανάγκην η αδυναμία τους να επιβιώσουν. Τα στοιχεία που εξετάζει ο Dow υποδηλώνουν ότι, από τη στιγμή που ιδρύονται, οι επιχειρήσεις αυτές δεν παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά παύσης λειτουργίας από συγκρίσιμες καπιταλιστικές επιχειρήσεις και ότι, μάλιστα, τα ποσοστά αυτά ενδέχεται να είναι χαμηλότερα. Ένα από τα βασικά προβλήματα βρίσκεται μάλλον στα χρηματοδοτικά, πληροφοριακά, διαπραγματευτικά εμπόδια και στα προβλήματα συλλογικής δράσης που δυσχεραίνουν είτε την αρχική δημιουργία τέτοιων επιχειρήσεων είτε την εξαγορά υφιστάμενων καπιταλιστικών επιχειρήσεων από τους εργαζομένους τους.
Στο τελευταίο κεφάλαιο, ο Dow δεν περιορίζει τον εργατικό έλεγχο στο επίπεδο της θεωρητικής συζήτησης, αλλά εξετάζει θεσμικές ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την εξαγορά επιχειρήσεων από τους εργαζομένους τους και την εξάπλωση των επιχειρήσεων υπό εργατικό έλεγχο. Αντλώντας ιδιαίτερα από τις εμπειρίες του Mondragón και της ιταλικής Lega, υπογραμμίζει τη σημασία των ομοσπονδιών, των κοινών χρηματοπιστωτικών θεσμών και της δημόσιας υποστήριξης πέρα από το επίπεδο της μεμονωμένης επιχείρησης. Τέτοιες δομές μπορούν να διευκολύνουν την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, να επιτρέψουν τον επιμερισμό των κινδύνων, να παρέχουν εξειδικευμένες υπηρεσίες και να υποστηρίξουν τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων υπό εργατικό έλεγχο.
Από αυτή την άποψη, το Governing the Firm είναι μια σημαντική πηγή που εξετάζει τον εργατικό έλεγχο όχι απλώς ως δημοκρατικό ιδεώδες, αλλά ως μια μορφή επιχείρησης που αναδύεται και διατηρείται υπό συγκεκριμένες οικονομικές, θεσμικές και οργανωτικές συνθήκες. Ενώ υπερασπίζεται τις δυνατότητες του εργατικού ελέγχου, το βιβλίο εξετάζει παράλληλα πραγματικά προβλήματα όπως η χρηματοδότηση, η συλλογική λήψη αποφάσεων, η κλίμακα, οι δομές συμμετοχής και οι συνθήκες της αγοράς, προσφέροντας έτσι μια πιο κριτική και θεσμική οπτική στον εργατικό έλεγχο και την αυτοδιαχείριση.