Cecilia Rikap, Cédric Durand, Edemilson Paraná, Paolo Gerbaudo και Paris Marx, Reclaiming Digital Sovereignty: A roadmap to build a digital stack for people and the planet, Democratic and Ecological Digital Sovereignty Coalition, 2024, 20 σελ.
Το Reclaiming Digital Sovereignty είναι ένα συλλογικό κείμενο προτάσεων πολιτικής που προσεγγίζει την ψηφιακή κυριαρχία όχι απλώς ως τεχνολογική ανεξαρτησία των κρατών, αλλά ως την ικανότητα των κοινωνιών να ασκούν δημοκρατικό έλεγχο στην παραγωγή, τις υποδομές και τη λειτουργία των ψηφιακών τεχνολογιών που χρησιμοποιούν. Αφετηρία της μελέτης αποτελεί η αυξανόμενη συγκέντρωση της ψηφιακής οικονομίας υπό τον έλεγχο ενός μικρού αριθμού μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών. Αυτή η συγκέντρωση των υποδομών νέφους, των κέντρων δεδομένων, των πλατφορμών, της τεχνητής νοημοσύνης, του λογισμικού, των δεδομένων και της γνώσης καθιστά τις κοινωνίες και τους δημόσιους θεσμούς ολοένα και περισσότερο εξαρτημένους από τις εταιρείες Big Tech.
Στο επίκεντρο του κειμένου βρίσκεται η έννοια του «digital stack». Πρόκειται για τα διαφορετικά διασυνδεδεμένα επίπεδα που καθιστούν δυνατή την παροχή ψηφιακών υπηρεσιών, από τις υλικές υποδομές, όπως τα υποθαλάσσια καλώδια, τα κέντρα δεδομένων και το υπολογιστικό υλικό, μέχρι το λογισμικό, τον κώδικα, τα δεδομένα και τις ψηφιακές πλατφόρμες. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η δημοκρατική ψηφιακή κυριαρχία μπορεί να επιτευχθεί όχι απλώς μέσω της ανάπτυξης εναλλακτικών πλατφορμών, αλλά μέσω της δημόσιας και δημοκρατικής αναδιοργάνωσης των διαφορετικών επιπέδων της ψηφιακής υποδομής. Προς αυτή την κατεύθυνση προτείνουν δημόσια κέντρα δεδομένων και υποδομές νέφους, δημόσιες μηχανές αναζήτησης και άλλες καθολικές πλατφόρμες, ελεύθερο λογισμικό, ανοικτά πρωτόκολλα και ένα δημόσιο οικοσύστημα ψηφιακών υπηρεσιών.
Μια σημαντική διάσταση της μελέτης αφορά τον έλεγχο των δεδομένων και της γνώσης. Η ισχύς των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών δεν προκύπτει μόνο από την εταιρική ιδιοκτησία ή τα μερίδια αγοράς, αλλά και από τη συγκέντρωση υπό τον έλεγχό τους κοινωνικά παραγόμενων δεδομένων, γνώσεων και επιστημονικών πόρων. Το κείμενο εξετάζει αυτή την κατάσταση μέσα από το πρόβλημα των «διανοητικών μονοπωλίων» και υποστηρίζει τη χρήση των συλλογικά παραγόμενων δεδομένων για το δημόσιο συμφέρον, τη διασφάλιση της πρόσβασης στα αποτελέσματα της έρευνας που χρηματοδοτείται από δημόσιους πόρους και τη λήψη μέτρων ώστε τα δεδομένα που παράγονται μέσω δημόσιων υπηρεσιών να μην παραμένουν στην ιδιοκτησία ιδιωτικών εταιρειών.
Το κείμενο συνδέει επίσης άμεσα τη συζήτηση για την ψηφιακή κυριαρχία με το ζήτημα της εργασίας. Τονίζοντας ότι η ανάπτυξη ψηφιακών υπηρεσιών και τεχνητής νοημοσύνης βασίζεται όχι μόνο στους προγραμματιστές αλλά και, σε μεγάλη κλίμακα, στην εργασία των εργαζομένων στα δεδομένα και στις πλατφόρμες, οι συγγραφείς προτείνουν την απαγόρευση μορφών αλγοριθμικής διαχείρισης που παραβιάζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα των εργαζομένων, την απόδοση ευθύνης στις ηγετικές επιχειρήσεις για τις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων στα δεδομένα και την ανάπτυξη διεθνών μηχανισμών συλλογικής διαπραγμάτευσης στον τομέα της ψηφιακής εργασίας. Ο εκδημοκρατισμός των ψηφιακών τεχνολογιών εξετάζεται έτσι όχι μόνο σε σχέση με τα δικαιώματα των χρηστών πάνω στα δεδομένα τους, αλλά και σε συνδυασμό με τα δικαιώματα και την αυτονομία των εργαζομένων που συμμετέχουν στην παραγωγή και τη χρήση της τεχνολογίας.
Οι συγγραφείς απορρίπτουν επίσης την αντίληψη της ψηφιακής κυριαρχίας ως ενός σχεδίου εθνικού τεχνολογικού ανταγωνισμού. Αντίθετα, υποστηρίζουν την ανάπτυξη δημόσιων ψηφιακών υποδομών μέσω διεθνούς συνεργασίας και τη σύνδεση της ψηφιακής κυριαρχίας με έναν οικολογικό διεθνισμό. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, των κέντρων δεδομένων και άλλων ψηφιακών υποδομών σε ενέργεια, νερό, ορυκτά και υπολογιστικό υλικό, υποστηρίζουν ότι η τεχνολογική ανάπτυξη πρέπει να αξιολογείται τόσο ως προς τις οικολογικές της επιπτώσεις όσο και ως προς τα κοινωνικά της οφέλη. Η προσέγγιση αυτή προωθεί την ανάπτυξη διεθνών και μη εμπορικών δημόσιων ψηφιακών υποδομών ως εναλλακτική στον τεχνολογικό ανταγωνισμό μεταξύ εταιρειών με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Από αυτή την άποψη, το Reclaiming Digital Sovereignty διευρύνει την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων στην ψηφιακή οικονομία πέρα από τις μορφές ιδιοκτησίας των επιμέρους πλατφορμών, θέτοντας το ζήτημα του δημοκρατικού ελέγχου των δεδομένων, του λογισμικού, των συστημάτων νέφους, των κέντρων δεδομένων και της ψηφιακής υποδομής στο σύνολό της. Εντάσσοντας σε ένα κοινό πλαίσιο τις δημόσιες υποδομές, το ελεύθερο λογισμικό, τα συλλογικά δεδομένα, τα εργασιακά δικαιώματα, την οικολογική βιωσιμότητα και τη διεθνή συνεργασία, το κείμενο αποτελεί μια σημαντική σύγχρονη πηγή για τις συζητήσεις γύρω από τις ψηφιακές αλληλέγγυες οικονομίες και τη δημοκρατική ψηφιακή κυριαρχία.